Ενσυναίσθηση, αυτή η υπέροχη άγνωστη λέξη

3650
Hand on shoulder, close-up

Την ακούμε συχνά με την αγγλική της μετάφραση, empathy, να αναφέρεται πότε σαν προτέρημα, και πότε σαν ελάττωμα. Τι είναι τελικά η ενσυναίσθηση και πώς εξηγείται;

Η ψυχαναλύτρια κυρία Αντωνιάδου, MSc, υπ.PhD, μας εξηγεί αυτά που πρέπει να γνωρίζουμε:

Αρχικά να πούμε ότι ως ενσυναίσθηση ορίζεται η συναισθηματική ταύτιση με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ατόμου, και η κατανόηση της συμπεριφοράς και των κινήτρων του. Τα συστατικά της λέξης αποτελούνται από τις λέξεις “εν”, “συν” και “αίσθηση”, υποδηλώνοντας την επέκταση της αίσθησης του ατόμου πέρα από τον εαυτό του. Για την έννοια της ενσυναίσθησης οι ξένοι χρησιμοποιούν τον όρο «empathy» που προήλθε από την ελληνική λέξη εμπάθεια. Στην ελληνική γλώσσα, βέβαια, ο όρος εμπάθεια έχει αρνητικό περιεχόμενο και δεν αποδίδει την επιστημονική έννοια. Στην ψυχολογία άλλωστε η έννοια είναι πολυσήμαντη.

Η ενσυναίσθηση ουσιαστικά είναι η συναισθηματική ταύτιση με ένα άλλο άτομο. Δεν είναι απαραίτητα το ίδιο με την συμπάθεια, η οποία μπορεί να είναι επιφανειακή και μη αντικειμενική ή την συμπόνια -αν και ταυτίζεται πολύ συχνά με αυτή. Διαφέρει επίσης από τη διαίσθηση, αλλά και από την περιγραφή της τηλεπάθειας – μια μη αποδεδειγμένη θεωρία της παραψυχολογίας- η οποία προϋποθέτει απομακρυσμένη επικοινωνία.

Η ενσυναίσθηση προσφέρει την ικανή και αναγκαία συνθήκη για:

  1. Δημιουργία εμπιστοσύνης και σεβασμού
  2. Έκφραση συναισθημάτων
  3. Μείωση της έντασης
  4. Εμφάνιση πληροφοριών
  5. Δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος που ευνοεί την επίλυση προβλημάτων
  6. Ανάπτυξη της ανεκτικότητας στο διαφορετικό και στις απόψεις των άλλων, έστω και αν αυτές δεν συμπίπτουν με τις δικές μας.

Πρόσφατες έρευνες στον χώρο της νευροψυχολογίας επιβεβαιώνουν και εξηγούν επιστημονικά αυτό που ανέκαθεν γνωρίζαμε ή μάλλον διαισθανόμασταν εμπειρικά: οι ανθρώπινες σχέσεις -διαπροσωπικές και κοινωνικές- βασίζονται και σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνονται από «μη λεκτικούς» και εν μέρει μη συνειδητούς κώδικες επικοινωνίας. Από τις ανεπαίσθητες αλλαγές στον τόνο της φωνής, στη στάση του σώματος, αλλά και από τις χειρονομίες ή από τις εκφράσεις του προσώπου του συνομιλητή μας καταλαβαίνουμε πολύ περισσότερα από όσα ο ίδιος μας λέει ή, ενδεχομένως, από όσα θα ήθελε να καταλάβουμε.

Για να εξηγήσουν αυτή τη «μαγική» ικανότητα να ταυτιζόμαστε ή να διεισδύουμε απρόσκλητοι στις «εσωτερικές» νοητικές καταστάσεις των άλλων προσώπων οι ειδικοί χρησιμοποιούν την έννοια «empathy», όρο που ορθά αποδίδεται ως «ενσυναίσθηση» και όχι βέβαια ως «συμπάθεια» ή ακόμη χειρότερα ως «εμπάθεια». Το γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι, όπως εξάλλου και τα περισσότερα θηλαστικά, είμαστε σε θέση να «συναισθανόμαστε», να «αντιλαμβανόμαστε» βιωματικά τα αισθήματα ενός τρίτου προσώπου αποτελεί κοινότοπη διαπίστωση. Η εξήγηση ωστόσο του γιατί και του πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό το καθημερινό «θαύμα» αποδεικνύεται, λιγότερο κοινότοπη.

Ενσυναίσθηση λοιπόν, είναι η αναγνώριση και η κατανόηση της θέσης, του συναισθήματος, των σκέψεων ή της κατάστασης κάποιου άλλου. Ένα άτομο που χρησιμοποιεί την ενσυναίσθηση, μπορεί να αναγνωρίσει, να αντιληφθεί και να αισθανθεί αυτό που αισθάνεται ένα άλλο άτομο. Αξίζει να σημειωθεί, ότι δεν είναι απαραίτητη η προφορική επικοινωνία για να επιτευχθεί ενσυναίσθηση, μια που αυτή μπορεί και να έρθει μέσω του συνδυασμού της οπτικής και ηχητικής παρατήρησης ενός ατόμου, της γενικότερης γλώσσας του σώματος και της παρουσία εκφράσεων, ή του τρόπου που αντιδρά ο απέναντι μας.

Ζωγραφιά Αντωνιάδου MSc, υπ.PhD

Ψυχαναλύτρια-Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε την σελίδα www.zografia-andoniadou.gr ([email protected])

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ